Στις 10 του μηνός ανεβαίνει πάλι η περσινή παραγωγή των boheme σε σκηνοθεσία
Graham Vick.
(αποσπάσματα από τη lucia di lammermoor σε σκηνοθεσία Graham Vick στο San Francisco με την Natalie Dessay)
Aυτή τη φορά στη δεύτερη διανομή ένας τενόρος ο βραζιλιάνος Atalla Ayan(συριακής καταγωγής εξου και το Atalla), τον οποίο θεωρώ αξιόλογο και είναι ακόμη πολύ νέος.
(εδώ στο no puede ser)
(και εδώ ένα από τα αγαπημένα μου σημεία της όπερας με τη Maria Callas και τον Giuseppe di Stefano)
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η έκθεση, που γίνεται αυτές τις μέρες στο μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Καρόλου Κουν.
Η έκθεση διοργανώνεται με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Καρόλου Κουν και έχει στόχο να παρουσιάσει τη δημιουργική του πορεία, τις αισθητικές του επιλογές, αλλά και τις επιρροές που δέχτηκε από άλλους Έλληνες και ξένους καλλιτέχνες. Περιλαμβάνει κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα, μακέτες σκηνικών και κοστουμιών των σπουδαιοτέρων Ελλήνων σκηνογράφων και ενδυματολόγων που εργάστηκαν για το Θέατρο Τέχνης, καθώς και πλούσιο φωτογραφικό υλικό.Μέσα από το σύνολο των εκθεμάτων καταγράφεται το έργο του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη, από τις πρώτες παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης στο θέατρο Αλίκης, το 1942, έως την τελευταία του στο υπόγειο του Ορφέα, το 1987. Παράλληλα, δίνεται η ευκαιρία να αναδειχθεί το μέγεθος της προσφοράς του μέσω του εύρους των συνεργασιών του Θεάτρου Τέχνης με το σύνολο σχεδόν του μεταπολεμικού ελληνικού θεάτρου.
(Στο πλαίσιο της έκθεσης αυτής τη Δευτέρα 29/09 τις 20:30 στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη ο Φίλιππος Τσαλαχούρης και μιά ομάδα νέων ηθοποιών αποφοίτων της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης παρουσιάζουν χορικά και τραγούδια από τους Βατράχους του Αριστοφάνη, παράσταση που σκηνοθέτησε ο Κάρολος Κουν σε μουσική Γιάννη Χρήστου το 1966).
Μία έκθεση που θα πρότεινα είναι και αυτή για τον Toulouse-Lautrec στο μουσείο Ηρακλειδών στην Ηρακλειδών(κάθετη στη Αποστόλου Παύλου, στο δρομάκι με τις καφετέριες). Αφορμή να τη δώ ήταν το σημερινό βράδυ με πιάνο και φωνή σ'αυτό το χώρο με μουσική του Eric Satie.
Με αφορμή την αυξημένη ζήτηση που έχει σημειωθεί από πλευράς επισκεπτών, καθώς και την απόκτηση 17 σημαντικών νέων έργων, το Μουσείο Ηρακλειδών αποφάσισε να παρατείνει την έκθεση "Ο TOULOUSE-LAUTREC ΚΑΙ Η BELLE EPOQUE ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ" από 6 Μαϊου έως 5 Οκτωβρίου 2008 Με επίκεντρο μια σπάνια ενότητα περίπου 100 πρωτότυπων έργων του Henri de Toulouse-Lautrec επί χάρτου, οι διοργανωτές της έκθεσης αποπειρώνται την τοποθέτηση των έργων αυτών στο ιστορικό, το κοινωνικό-καλλιτεχνικό αλλά και το αισθητικό πλαίσιο της εποχής τους (περ. 1880-αρχές 20ου αιώνα). Ταυτόχρονα, επιχειρείται μια συνοπτική προσέγγιση στις κρατούσες ιστορικές και καλλιτεχνικές συνθήκες της αστικής Αθήνας της ίδιας εποχής, με στόχο να καταδειχτούν οι επιδράσεις της Γαλλικής Belle Epoque στον αθηναϊκό κοινωνικό και καλλιτεχνικό βίο και να εντοπιστούν κάποιες εμφανείς αντιστοιχίες. Στα νέα εκθέματα του Μουσείου, μεταξύ άλλων, συμπεριλαμβάνονται οι αφίσες
που χαρακτηρίζονται όχι μόνο για την σπανιότητά τους, αλλά και για τη ζωντάνια και τη φωτεινότητα των χρωμάτων τους.
Τα πρωτότυπα έργα του Lautrec που παρουσιάζονται στην έκθεση (διαφημιστικές αφίσες, χαρακτικά και σχέδια) αντλούν τη θεματολογία τους από την Παρισινή καθημερινότητα και ψυχαγωγία. Διαφημίσεις νυχτερινών κέντρων ή εντύπων, που αποτελούν ορισμένες από τις γνωστότερες συνθέσεις του μεγάλου Γάλλου καλλιτέχνη, συνυπάρχουν με πορτρέτα γνωστών ηθοποιών και τραγουδιστών της εποχής του, καθώς και σκίτσα και καρικατούρες. Τα έργα του Lautrec πλαισιώνονται από επιλεγμένα γαλλικά λογοτεχνικά χωρία, φωτογραφίες και άλλα πραγματολογικά στοιχεία που επιχειρούν να βοηθήσουν το θεατή να κατανοήσει με καλύτερο τρόπο την ατμόσφαιρα της εποχής.
Γειά σας και καλό φθινόπωρο τώρα πια. Άρχισαν οι βροχές και τα κρύα,άρχισαν και τα σχολεία. Βέβαια πάνε χρόνια από τότε που πήγαινα σχολείο αλλά κάποια πράγματα δεν τα ξεχνάς ποτέ, ειδικά αν βρεθείς μαζί με παλιούς συμμαθητές. Καζούρες σε καθηγητές, κοπάνες, τα πρώτα καρδιοχτύπια, εξετάσεις, μουσική και βόλτες στα κλαμπ της περιοχής. Έτσι λοιπόν σκέφτηκα να γράψω τρεις ζαβολιές από τα μαθητικά μου χρόνια και καλώ σ'αυτό το παιχνίδι τον,Celsius, τον Mahler, το Profylaktikoκαι τις Skyles tis lyssas και όποιος άλλος θέλει. Απλά καλώ να θυμηθείτε τρεις σκανδαλιές από τα μαθητικά χρόνια, ό,τι και να'ναι, που θα τις θυμάστε για πολλά χρόνια ακόμα.
Αν και ήμουν ήσυχο παιδάκι σαν μαθητούδι και λιγάκι στον κόσμο μου θυμάμαι α)τις κοπάνες στη δευτέρα και τρίτη λυκείου, τις πρώτες ώρες, όπου πηγαίναμε στον Υδροχόο, μιά παραλιακή καφετέρια, γύρω στα 500 μέτρα από το λύκειο. Ήταν από τις πιό ωραίες στιγμές, που μαζευόμασταν η παρέα και χαζολογούσαμε (με τη τσίμπλα στο μάτι, γιατί από τότε δεν άντεχα το πρωϊνό ξύπνημα). β) στο γυμνάσιο είχαμε μια σόμπα πετρελαίου(η παιδεία από τότε είχε αποροφήσει όλα τα κονδύλια του κράτους)όπου εγώ και ο κολλητός μου, που καθόμασταν μπροστά απ'αυτήν αφήναμε με τρόπο πάνω της σε κρυφά σημεία, κατά τη διάρκεια του μαθήματος, τσίχλες ,γομολάστιχες, με αποτέλεσμα να βγαίνει μία μπόχα, που μόνο μάθημα δεν μπορούσες να κάνεις. γ)σαν καλό παιδί και γω έκανα σκονάκια και θυμάμαι σ'ένα μάθημα ,όπου είχαμε καταλάβει πως θα έμπαινε πρόχειρο διαγώνισμα είχαμε τα σκονάκια κάτω από το θρανίο. Είχε χωρίσει όμως ο καθηγητής τις σειρές σε Α, Β με αποτέλεσμα να μπερδέψουμε τα σκονάκια εγώ και ο κολλητός μου και τα βούρλα αντί να αντιγράψουμε σε μικρά χαρτάκια, είχαμε απλά σκίσει τις σελίδες του βιβλίου. Τα χαρτιά μπερδεύτηκαν,έπεσαν κάτω, τα είδε ο καθηγητής και η συνέχεια γνωστή.
Τριανταένα χρόνια πέρασαν από το θάνατο της Κάλλας και αυτή η μέρα πάει να γίνει επέτειος μνήμης για πολλούς τραγουδιστές,οπερόφιλους, μελομανείς αλλά και θαυμαστές ή λάτρεις της τέχνης (ή και της ζωής) της Κάλλας. Συνήθως άγιος είναι αυτός που όχι αναγκαστικά κάνει θαύματα εν ζωή ή μετά θάνατον, αλλά κυρίως αυτός, που στη συνείδηση του λαού είναι φορέας μιας αλήθειας αυτού αλλά και πάνω και πέραν αυτού του κόσμου. Η Κάλλας παίρνει θέση σε όλων και περισσότερων τη συνείδηση μέρα με τη μέρα σαν το φορέα μιας αλήθειας, που μόνο η τέχνη, η μουσική και η φωνή,μπορεί και πραγματώνει τόσο καλά. Δεν θα μιλήσω για είδωλο, η θεά, η diva,η αυθεντία και ούτε βέβαια αυθαίρετα θα την αποκαλέσω αγία. Αυτό που θα ήθελα να πω είναι πως κάποιοι άνθρωποι (ας περιοριστώ εδώ σ'αυτού του είδους τους καλλιτέχνες),με το έργο τους μας υπενθυμίζουν αυτό που είμαστε πραγματικά.Μας υπενθυμίζουν πως είμαστε πλάσματα γήϊνα με αισθήματα και πάθη και πως το θέατρο γιαυτό ήρθε στη ζωή των ανθρώπων, ακριβώς για να μεταμορφώσει αυτά τα πάθη σε δύναμη, σε ομορφιά, σε αλήθεια. Μας μεταδίδουν με ηχητικά κυρίως κύματα, ένα σώμα που πάλλεται από συγκίνηση και είναι ελεύθερο να εκφράζει όλα τα αισθήματα, με τέτοιο τρόπο,που στους ακροατές,θεατές-δέκτες προκαλεί το κλικ και κάτι γίνεται. Με όχημα τη φωνή, αναφαίρετο προσόν κάθε ανθρώπου, για να εξ-αγγέλει την μετοχή του στην αλήθεια της ζωής. Με το τραγούδι, λειτουργία ανθρώπινη και θεϊκή,που χρωματίζει το χρόνο και τα βάσανα του ανθρώπου. Όταν ακούω το κοινό στις ηχογραφήσεις να ουρλιάζει, να χειροκροτεί με χέρια και με πόδια και να φωνάζει: "divina" "maria" είναι σαν να λέει: "Μαρία, πες εσύ αυτά που δεν μπορώ να πω εγώ, ζήσε το όνειρο, που δεν ζω εγώ, νιώσε αυτά που δεν μπορώ να νιώσω εγώ, είσαι αυτό που δεν είμαι ακόμα εγώ"(και δεν εννοώ βέβαια μια πριμαντόννα της όπερας!) Ο καλλιτέχνης διδάσκει ήθος και γούστο. Και πιστεύω πως δε χρειάζεται να έχει κανείς καλλιέργεια πανεπιστημιακή ή από την οικογένεια του, για να συλλάβει την αλήθεια του λόγου όταν τραγουδιέται σωστά. Απλά μαθαίνει να ακούει έναν άλλον ήχο και να μαθαίνει σε ένα άλλο γούστο,πράγμα που γίνεται πολλές φορές κατάρα γιατί επέρχεται μοιραία και η σύγκριση.
Μια άρια που θεωρώ ως θέατρο της φωνής είναι και η επόμενη. Από τον Werther του Massenet.
Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου ένα ηχητικό ντοκουμέντο από μία συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι στο Τρίτο Πρόγραμμα. Είναι ενδιαφέρον να ακούσει κανείς τις απόψεις του για την τέχνη και ιδιαιτέρως τη μουσική και για το πρόσωπο του καλλιτέχνη και το ρόλο του στην κοινωνία.
Η φετινή χρόνια κρύβει πολλές εκπλήξεις στο χώρο της όπερας. Συμπαραγωγές της λυρικής με διάσημα θέατρα του εξωτερικού, ρεσιτάλ σύγχρονων αστέρων, νέες παραγωγές και παγκόσμιες πρώτες.Θαϊδα στο Μέγαρο και ρεσιτάλ των Rolando Villazon και Jonas Kaufman.
Καταρχάς πολύ συνοπτικά το πρόγραμμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για την περίοδο 2008-2009
Bohème, Puccini 10,12,14,16,18,21 Oκτωβρίου 2008
Anna Bolena, Donizetti 17,19,22 Οκτωβρίου 2008
Eine florentinische Tragoedie, Zemlinsky-Gianni Schicchi, Puccini 23,25,26,28,29,30 Nοεμβρίου 2008
Rigoletto, Verdi 19,20,21,23,26,27,28,30 Δεκεμβρίου 2008 & 2,3,4,6 Ιανουαρίου 2009
Tannhauser , Wagner 24,27,30 Ιανουαρίου & 1 Φεβρουαρίου 2009
Rusalka, Dvorak 6,7,8,13,14,15 Μαρτίου 2009
Pagliacci, Leoncavallo & Rita, Donizetti 20,22,24 Μαρτίου 2009
Συρανό & Ρωξάνη, Ξαρχάκος 5,7,8,10,11 Απριλίου 2009
Έρχεται ώρα που σκέφτεσαι και επιθυμείς έντονα (και χωρίς να το πολυκαταλαβαίνεις)ότι χρειάζεται να ξεκινήσεις από το μηδέν κάποια πράγματα πάλι ξανά και ξανά και να απαλλαχθείς από το βάρος όλων των χρόνων, που πέρασαν.Να ξαναγεννηθεί μιά φρέσκια ματιά στα πράγματα και να ξαναζήσεις ένα παλι-εφηβισμό (αν μου επιτρέπεται ο όρος),για να συνεχίσεις το υπόλοιπο της ζωής σου. Ο Πίτερ Ουστίνοφ είχε πει κάποτε περίπου αυτό:"ο άνθρωπος στα πρώτα και στα τελευταίαχρόνια της ζωής του (παιδί δηλαδή και γέρος) βρίσκεται κοντά στο μυστήριο της ζωής". Εμείς που απέχουμε από τα αθώα νιάτα και τα σοφά (αν είναι πάντα)γεράματα, πως θα γίνει να αποκτήσουμε ξανά την αίσθηση του μυστηρίου της ζωής,που τρέχουμε συνεχώς και δε φτάνουμε και τίποτε δε μένει μέσα μας?
"Δήλωνε ο Χριστός (και τα έργα του μαρτυρούσαν) ότι ο τρόπος της όντως ύπαρξης και ζωής είναι η αγάπη. Η αγάπη όχι απλώς ως ποιότητα συμπεριφοράς, αλλά ως ελευθερία από το εγώ, ελευθερία από την ατομοκεντρική ύπαρξη, ελευθερία από τις αναγκαιότητες που επιβάλλει η φύση. Αγάπη, στη διδαχή του Χριστού και στη μαρτυρία των μαθητών του, δεν σημαίνει αγαθοεργία, φιλαλληλία, αλτρουϊσμό. Σημαίνει υπαρκτική ελευθερία: την ενεργό άρνηση να ταυτίσουμε την ύπαρξη με τη φυσική ατομική οντότητα, με τους προκαθορισμούς, περιορισμούς και αναγκαιότητες που τη διέπουν. Και αυτή η ενεργός άρνηση είναι δυνατή όταν η ύπαρξη πραγματοποιείται ως σχέσηελεύθερη από τις απαιτήσεις της φύσης, δηλαδή ως αυθυπέρβαση, αυτοπροσφορά, αγάπη"...
..."Ό,τι είναι ατομικό, εγωκεντρικό, ιδιοτελές, είναι για την Εκκλησία τρόπος επιβίωσης της φυσικής θνητής οντότητας -είναι αμαρτία (υπαρκτική αστοχία και αποτυχία), θάνατος. Ό,τι είναι αυθυπέρβαση, αυταπάρνηση, εκούσια παραίτηση από το εγώ, αγάπη, έρωτας, είναι ζωή, θρίαμβος της ζωής καταπάνω στον θάνατο. "Είτε γνώσις, καταργηθήσεται΄είτε γλώσσαι, παύσονται΄είτε προφητείαι, καταργηθήσονται΄η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει". (1 Κορ. 13,8).
("Ενάντια στη θρησκεία", Χρήστος Γιανναράς, σελ.48,62)
Kαι επειδή έρχεται Αύγουστος και όλοι μας λίγο-πολύ θα τρέξουμε στην Επίδαυρο,για καμιά νέα avant-garde παραγωγή τραγωδίας, η Κορίνα Μητροπούλου μας υπενθυμίζει ποιά είναι η βασική εργογραφία της αρχαιοελληνικής τραγωδίας και πως πρέπει να ανεβαίνει μια μεταμοντέρνα εκδοχή της.
Xτές ήταν μιά βραδυά με έναν αχτύπητο συνδυασμό. Καλοκαίρι, θερινό σινεμά και μιά ταινία από τα παλιά, Breakfast at Tiffany's. Από εκείνες τις ταινίες που ξέρεις ότι αν και αναφέρονται σε μία εποχή και μιά αισθητική, εν πολλοίς ξεπερασμένη, το παραμύθι της αγάπης πάντα τροφοδοτεί όνειρα και συγκίνηση. Η ατσαλάκωτη κομψότητα της Hepburn και το μουσικό θέμα του Mancini, σε παίρνουν από το χέρι για ένα διάλειμμα ρομαντισμού και μιάς άλλου είδους ευαισθησίας. Και ας ξέρεις ότι τέτοια δε γίνονται πιά σήμερα. Ή μήπως γίνονται?
Παραθέτω την συνέντευξη του Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στην Ε.Φ. με αφορμή τις παραστάσεις που δίνει αυτή την εβδομάδα στην Αθήνα. Το βίντεο είναι από την αγαπημένη μου ταινία¨"Λευκές νύχτες"(1985), αφορμή για έναν έρωτα με έναν από τους πιο -κατά τη γνώμη μου- αρρενωπούς χορευτές της εποχής μας: "Κύριε Μπαρίσνικοφ, είστε ένας από τους σπουδαιότερους χορευτές του αιώνα αλλά και ένας πολύ επιτυχημένος ηθοποιός στη σκηνή, στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Πώς θα περιγράφατε την σχέση μεταξύ χορού και υποκριτικής; Με ποιόν τρόπο συνδέονται ή αλληλοτροφοδοτούνται οι δυο αυτές τέχνες;
Χμμ… η υποκριτική και ο χορός είναι δύο εντελώς διαφορετικοί τομείς, κι ο καθένας προφανώς απαιτεί μια σειρά από μοναδικές, ειδικές δεξιότητες. Είναι αλήθεια ότι μερικές φορές οι χορευτές καλούνται να ερμηνεύσουν υποκριτικά, αλλά το αντίστροφο δεν είναι απαραιτήτως αλήθεια. Η πρώτη μου επαφή με την υποκριτική ήταν, φυσικά, μέσω του μπαλέτου, αλλά αυτό το είδος της παντομίμας συνήθως δεν δουλεύει έξω από αυτό το συγκεκριμένο πλαίσιο. Για εμένα σήμερα, η υποκριτική είναι ένα παράλληλο και δευτερεύον ενδιαφέρον και σίγουρα δεν είναι η βασική μου ασχολία, παραμένει όμως μια μορφή τέχνης την οποία αντιμετωπίζω πολύ σοβαρά. Η δυσκολία στο να ακολουθεί κανείς μια καριέρα στην υποκριτική, αλλά και στο χορό, συχνά έγκειται στο πρόγραμμα – δηλαδή στο να βρεις έναν τρόπο να αφοσιώνεσαι στο ένα, διατηρώντας ταυτόχρονα το κορμί και το μυαλό που απαιτείται για το άλλο.
Όταν χορεύετε, σε τι κατάσταση βρίσκεστε εσωτερικά; Πώς προετοιμάζεστε πριν βγείτε στη σκηνή και τι συμβαίνει τη στιγμή που εμφανίζεστε;
Αυτό που ελπίζω να συμβαίνει είναι να είμαι παρών. (Παύση.) Για να είμαι ειλικρινής, έχω πολύ άγχος και τρακ, και μου δημιουργεί νευρικότητα ακόμη και η σκέψη ότι θα βγω στη σκηνή ενώ προσπαθώ να απαντήσω αυτή την ερώτηση!
Γιατί χορεύετε; Τι σας κινεί; Όταν τα πράγματα είναι δύσκολα, τι είναι αυτό που σας κρατάει;
Μερικές φορές ρωτάω κι εγώ τον εαυτό μου ακριβώς αυτή την ερώτηση. Μήπως είναι η αρρωστημένη απόλαυση που αντλώ από το ότι συνεχίζω να χορεύω μετά από τόσα χρόνια; Σοβαρά τώρα, είναι πολλοί οι λόγοι για τους οποίους συνεχίζω να χορεύω. Ένας πολύ σημαντικός λόγος είναι ότι συνεχίζω να συνάπτω νέες καλλιτεχνικές σχέσεις και εξακολουθώ να ανακαλύπτω καινούργιες ευκαιρίες. Και επειδή προσπαθώ να δουλεύω σε διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικούς καλλιτέχνες, με ενδιαφέρει πάντα το πώς θα δουν οι θεατές αυτή τη δουλειά, με εμένα ως το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς από το ένα κομμάτι στο άλλο. Φυσικά, αισθάνομαι πολύ τυχερός που έχω την δυνατότητα να δουλεύω κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Ποια είναι για σας η σχέση μεταξύ χορού και πνευματικότητας; Πάνε μαζί αυτές οι δύο λέξεις; Αν ναι γιατί, κι αν όχι, γιατί όχι;
Αυτή είναι μια πραγματικά δύσκολη ερώτηση. Συνήθως, η λέξη πνευματικότητα κουβαλά κάποιου είδους θρησκευτικό συνειρμό, και φυσικά η τέχνη και η θρησκεία ήταν, για αιώνες, δύο έννοιες συνυφασμένες. Και είναι γεγονός ότι ο χορός ειδικά έχει χρησιμοποιηθεί ως μέσο θρησκευτικής έκφρασης. Αλλά εσείς ίσως μιλάτε για αυτή την πλευρά της εσωτερικής ύπαρξης του καθένα – ακόμη κι ενός άθεου – που μπορεί να ονομαστεί «πνευματική». Φυσικά και θέλω να ζήσω τη ζωή μου βιώνοντας πνευματική πληρότητα, και παρόλο που δεν συμβαίνει πάντοτε, αγωνίζομαι να την γεύομαι κάθε φορά που χορεύω.
....Αναλογίζομαι το τίμημα και σκέφτομαι τις άπειρες φωτογραφίες του με μπαταρισμένα πόδια και αστραγάλους, τις πολλαπλές εγχειρήσεις στα γόνατά του. Μοιάζει να μη λυπάται τον εαυτό του, όπως και τόσοι άλλοι χορευτές, που όμως «καίγονται» δεκαετίες πριν από αυτόν, ενώ εκείνος συνεχίζει να χορεύει…
Πόσο πόνο εμπεριέχει η δουλειά σας και πώς κατορθώνετε να τον διαχειρίζεστε;
Πολύ πιο εύκολα διαχειρίζεται κανείς τον σωματικό πόνο παρά τον συναισθηματικό, κι εγώ τον έχω πια συνηθίσει.
Η εθνικότητά σας ποια θεωρείτε ότι είναι; Πού αισθάνεστε να ανήκετε;
Θεωρώ τον εαυτό μου Αμερικανό, και αισθάνομαι ότι ανήκω στις Ηνωμένες Πολιτείες, μαζί με την οικογένειά μου. Αλλά θα πω επίσης και ότι είμαι ευτυχής σε κάθε γωνιά του πλανήτη, και ελπίζω πως κάποιοι ίσως με θεωρούν πολίτη του κόσμου.
Ποιοι είναι οι στόχοι σας για το μέλλον;
Πραγματικά προσπαθώ να μην θέτω πάρα πολλούς στόχους για το μακρινό μέλλον, τουλάχιστον όχι για τον εαυτό μου, παρόλο που θα σας πω το εξής: προτίθεμαι να δουλέψω πολύ σκληρά για να διασφαλίσω ότι το Κέντρο Χορού Μπαρίσνικοφ θα συνεχίσει να ανθίζει και να εξελίσσεται. Ελπίζω το Κέντρο στην Νέα Υόρκη να μπορέσει να παίξει τουλάχιστον έναν μικρό ρόλο στο εξής: να εξασφαλίσει ότι οι καλλιτέχνες θα εξακολουθούν να θέτουν στους εαυτούς τους και στο κοινό τους προκλήσεις μέσω του αληθινού πειραματισμού και της συνεργασίας. Και αν θέλετε μπορείτε να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα www.bacnyc.org για να δείτε και άλλες φιλοδοξίες μου!
Ο φυγάς του Βορρά, βασιλιάς στη Δύση
Κατά τη διαδρομή του από τη Ρίγα της Λετονίας, όπου γεννήθηκε, στα Μπαλέτα Κίροφ του Λένινγκραντ και από εκεί στη μεγάλη έξοδο προς τη Δύση, η ζωή του Μπαρίσνικοφ έχει όλα τα συστατικά ενός κινηματογραφικού μπλοκμπάστερ. Αυτή είναι η ιστορία ενός ελεύθερου ανθρώπου. Ο Μπαρίσνικοφ γεννήθηκε στις ακτές της Βαλτικής, στην ειδυλλιακή Ρίγα, πρωτεύουσα της Λετονίας (τότε ΕΣΣΔ). Στην καταπράσινη Ρίγα, όμως, διάσημη για τα πανέμορφα αρ νουβό κτίριά της, η πρώτη του αίσθηση ταυτότητας ήταν αυτή του εξόριστου, καθώς και οι δυο του γονείς ήταν Ρώσοι. Ξεκίνησε σπουδές μπαλέτου σε ηλικία εννέα ετών, ύστερα από παρότρυνση της μητέρας του – η οποία αυτοκτόνησε όταν ο Μίσα ήταν δώδεκα ετών. Στα 15 του μετεγράφηκε στην σχολή μπαλέτου Βαγκάνοβα, μετακομίζοντας στο Λένινγκραντ, όπου μαθήτευσε δίπλα στον θρυλικό δάσκαλο Αλεξάντερ Πούσκιν, μέντορα πολλών αστέρων των Μπαλέτων Κίροφ. Ο μεγάλος δάσκαλος και η γυναίκα του πήραν τον Μπαρίσνικοφ υπό την προστασία τους, φιλοξενώντας τον μάλιστα στο σπίτι τους, όπως είχαν κάνει νωρίτερα και για τον νεαρό Νουρέγεφ. Σύντομα η προτίμηση του Πούσκιν αποδείχτηκε εύλογη. Ο Μπαρίσνικοφ διακρίθηκε αμέσως και τα πρώτα κιόλας χρόνια του στη σχολή κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό Varna. Τα νέα για το σπάνιο ταλέντο του νεαρού χορευτή, με την άκρα καθαρότητα στην τεχνική και την εξαίσια σκηνική παρουσία ταξίδεψαν γρήγορα. Ένας κριτικός των «New York Times» ταξιδεύει ώς το Λένινγκραντ, παρακολουθεί ένα μάθημα του Πούσκιν και ανακηρύσσει τον Μπαρίσνικοφ «τον τελειότερο χορευτή που είδα ποτέ».
Η εξαφάνιση...
Το ταλέντο, η πειθαρχία αλλά και η σπάνια μυϊκή δύναμη των ποδιών του του χάρισαν γρήγορα μια θέση στα περίφημα Μπαλέτα Κίροφ – ήταν μόλις 18 χρονών όταν ανέλαβε τον πρώτο του ρόλο. Οι εμφανίσεις του, σε ολοένα και σημαντικότερους ρόλους, η ακονισμένη τεχνική του, που έμοιαζε να βγάζει γλώσσα στο νόμο της βαρύτητας, και οι δραματικές του ερμηνείες τον έκαναν γρήγορα διάσημο και εξαιρετικά δημοφιλή σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση. Αργότερα, πάντως, θα γράψει για την άψογη τεχνική του στο βιβλίο του «Baryshnikov at work» (Ο Μπαρίσνικοφ εν ώρα εργασίας): «Δεν έχει σημασία πόσο ψηλά σηκώνεις το πόδι σου. Η τεχνική αφορά τη διαφάνεια, την απλότητα και την ειλικρίνεια της προσπάθειας». Το άστρο του μεσουρανούσε στην τότε ΕΣΣΔ ώς το 1974, όπου, κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας στον Καναδά, ο εικοσιεξάχρονος Μπαρίσνικοφ εξαφανίζεται.
...Κι η επανεμφάνιση
Λίγες μέρες αργότερα επανεμφανίζεται, αλλά στις καναδικές αρχές, για να ζητήσει πολιτικό άσυλο – μια απόφαση με κίνητρα τόσο καλλιτεχνικά όσο και πρακτικά. Στη Ρωσία, ένας χορευτής του κλασικού μπαλέτου έπρεπε να κινείται εντός ενός συγκεκριμένου κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου – εξαιρέσεις δεν επιτρέπονταν. Ακόμη, ενώ ο νεαρός Μπαρίσνικοφ επιθυμούσε διακαώς να έρθει σε επαφή και διάλογο με τα νέα κύματα της εποχής του, να συμμετάσχει σε πειραματισμούς και να γνωρίσει τα ίδια του τα όρια, ήταν απίθανο να καταφέρει να ερμηνεύσει μια χορογραφία που να ξεπερνά τις κλασικές φόρμες, μιας και η προσκόλληση στις μπαλετικές παραδόσεις του 19ου αιώνα και στα έργα «σοσιαλιστικής» θεματολογίας ήταν απόλυτη στην ΕΣΣΔ. Επιπλέον, καθότι είναι μετρίου αναστήματος, δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα σε μια μπαλαρίνα στις πουέντ της (διότι θα έδειχνε πιο κοντός απ’ αυτήν), και κατά συνέπεια συχνά περιοριζόταν σε δευτερεύοντες ρόλους. Έτσι, η ανάγκη του να εισέλθει στον κόσμο του σύγχρονου χορού και της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας, έναν κόσμο από τον οποίο ήταν αποκλεισμένος στο Λένινγκραντ, ήταν επιτακτική από κάθε άποψη.
Η εποχή της Αμερικής
Από τον Καναδά, ο Μπαρίσνικοφ πέρασε σύντομα στις ΗΠΑ. Εκεί, αρχικά εντάχθηκε στο δυναμικό του American Ballet, λίγα χρόνια αργότερα, όμως, αποφάσισε να χορέψει για τον Ζορζ Μπαλανσίν και να ενταχθεί στην ομάδα του New York City Ballet. Ο Μπαλανσίν, που είχε κι ο ίδιος εγκαταλείψει τη Γεωργία 50 χρόνια νωρίτερα για να ηγηθεί της αμερικανικής χορευτικής πρωτοπορίας, είχε αρνηθεί να δουλέψει με τους άλλους «φυγάδες προς τη Δύση», δηλαδή με τον Νουρέγιεφ και τη Μακάροβα που είχαν φτάσει στις ΗΠΑ πριν από τον Μπαρίσνικοφ. Όμως ο Μπαλανσίν είχε ισχυρούς δεσμούς με το μουσικό θέατρο και δη τα κωμικά μιούζικαλ, και ξεχώρισε τον Μπαρίσνικοφ, που πάντοτε αγαπούσε το είδος. Και παρόλο που δεν δημιούργησε ποτέ ένα νέο ρόλο γι’ αυτόν, του δίδαξε όσα ήξερε. Η επιλογή του νεαρού Μπαρίσνικοφ αργότερα δικαιώνεται, καθώς οι εμφανίσεις του στο Μπρόντγουεϊ αφήνουν εποχή, οι ταινίες στις οποίες συμμετέχει σπάνε ταμεία – μάλιστα «Η κρίσιμη καμπή» του χαρίζει ένα Όσκαρ. Και ποιος δεν θυμάται τις περίφημες έντεκα πιρουέτες του στις «Λευκές Νύχτες» (όπου σχεδόν έπαιζε τον εαυτό του) ή την πιο πρόσφατη εμφάνισή του στο «Sex and the City», όπου ήταν ο μνηστήρας της Κάρι;
Χορός κι Ελευθερία
Το σινεμά κι η τηλεόραση ίσως έκαναν ευρέως γνωστό τον Μπαρίσνικοφ, η σκηνή όμως ήταν που τον έκανε αυτόν που είναι. Ενώ σκηνοθέτησε και ο ίδιος ορισμένες σημαντικές παραγωγές, όπως ο «Καρυοθραύστης» και ο «Δον Κιχώτης», έχει πρωταγωνιστήσει σε πάνω από 100 χορευτικά έργα, κλασικού αλλά και σύγχρονου ρεπερτορίου, πολλά από τα οποία δημιουργήθηκαν ειδικά γι’ αυτόν. Με αυθεντικό ενδιαφέρον για το καινούργιο και το ρηξικέλευθο, και δίχως να φοβάται τα ρίσκα, χόρεψε για κάποιους από τους σημαντικότερους χορογράφους της αμερικανικής πρωτοπορίας, όπως η Τουάιλα Θαρπ, ο Πολ Τέιλορ, ο Τζερόμ Ρόμπινς, η Μάρθα Γκράχαμ, ο Άλβιν Έιλι, ο Μερς Κάνινγκχαμ… Μόνο κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων στην Αμερική, ο Μπαρίσνικοφ χόρεψε για 13 διαφορετικούς χορογράφους! «Δεν έχει σημασία αν το κάθε μπαλέτο είναι επιτυχία,» έλεγε σε συνέντευξή του στους «New York Times» το 1976, «κάθε καινούργια εμπειρία μου δίνει πολλά». Και το 1978 συμπληρώνει στο βιβλίο του: «Ήμουν εξαιρετικά τυχερός που δούλεψα σε τόσα πολλά καινούργια μπαλέτα, αλλά αυτή είναι η δουλειά του χορευτή». Γράφει ακόμη, ότι το να χορεύει κανείς διαφορετικές χορογραφίες και στυλ είναι σαν να μαθαίνει ξένες γλώσσες, και ομολογεί ότι όσες κι αν δοκιμάσει «ποτέ δεν είναι αρκετές», καταλήγοντας: «Κάθε μπαλέτο, είτε είναι επιτυχημένο καλλιτεχνικά ή εμπορικά είτε όχι, μου έχει δώσει κάτι σημαντικό. Όλα όσα έχω κάνει μου έχουν δώσει περισσότερη ελευθερία.»
Το 1980 επέστρεψε στο American Ballet Theatre, του οποίου διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής ώς το 1989. Την ίδια χρονιά απέσπασε ένα βραβείο Tony και ένα Drama Critics Award για τη θεατρική του ερμηνεία στην παράσταση «Metamorphosis», στο Μπρόντγουεϊ. Την επόμενη χρονιά, μαζί με τον Μαρκ Μόρις, ίδρυσε την ομάδα White Oak Dance Project, με την οποία περιόδευε
έως το 2002. Από τότε, τα βήματά του εξακολουθούν να τον οδηγούν σε νέες διερευνήσεις και πειραματισμούς…
Θυελλώδεις έρωτες
Στο μεταξύ, η προσωπική του ζωή δεν υπήρξε λιγότερο θυελλώδης από την καλλιτεχνική του πορεία. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 γνωρίστηκε με την ηθοποιό Τζέσικα Λανγκ με την οποία το 1981 απέκτησε μια κόρη, την Αλεξάνδρα. Όταν ο Μπαρίσνικοφ πρωτογνώρισε τη Λανγκ μιλούσε ελάχιστα αγγλικά, πράγμα που δεν τον πτόησε – απλώς ήταν αναγκασμένοι να επικοινωνούν στα γαλλικά! Ακολούθησε η σχέση του με την Αμερικανίδα μπαλαρίνα Τσέλσι Κίρκλαντ και, τελικά, η τωρινή μακροχρόνια σχέση του με τη χορεύτρια Λίσα Ράινχαρτ, με την οποία έχει τρία παιδιά – τη Σοφία, την Άννα και τον Πίτερ. Δεν παντρεύτηκε, όμως, ποτέ. Σε συνέντευξή του στον Λάρι Κίνγκ ξεκαθάρισε γιατί: «Δεν πιστεύω στο γάμο επειδή η δέσμευση και η αφοσίωση που αποφασίζουν δύο άνθρωποι να χαρίσουν ο ένας στον άλλο δεν έχει καμία σχέση με νομικές διαδικασίες. Εξάλλου, είμαι άθεος - κι έτσι το να σταθώ μπρος στο ιερό δεν θα σήμαινε τίποτε για μένα».
Ίδρυμα Μπαρίσνικοφ
Ο Μπαρίσνικοφ έχει αφήσει εποχή χορεύοντας από Τσαϊκόφσκι, Σοστακόβιτς και Φίλιπ Γκλας, μέχρι Ντιούκ Έλινγκτον και Φρανκ Σινάτρα. Έχει χορέψει σε σιωπή ή με τη συνοδεία του χτύπου της καρδιάς του. Έχει υπάρξει ηγετική μορφή του κλασικού μπαλέτου, του χορού τζαζ, του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου χορού, ως ερμηνευτής, χορογράφος, δάσκαλος και καλλιτεχνικός διευθυντής. Στο θέατρο, έπαιξε Μπέκετ και Κάφκα υπό την καθοδήγηση πρωτοπορία κών σκηνοθετών. Όποιο «κοστούμι» κι αν διαλέγει να φορά, πάντα κινείται εντός του με άνεση, ειλικρίνεια και απόλυτη επιτυχία. Το 2005 εγκαινίασε το Κέντρο Τεχνών Μπαρίσνικοφ (BAC) στην πόλη της Νέας Υόρκης, την επίσημη στέγη του μη-κερδοσκοπικού Ιδρύματος Χορού Μπαρίσνικοφ που ίδρυσε το 1979. Αποστολή του οργανισμού είναι η ενίσχυση του γενικότερου ενδιαφέροντος για την τέχνη του χορού, καθώς και η ενθάρρυνση της εξέλιξης ερμηνευτών, χορογράφων, σκηνοθετών, συγγραφέων, συνθετών και σχεδιαστών, καθώς και της συνεργασίας ανάμεσά τους. Το Κέντρο, χρησιμεύει στο Ίδρυμα ως δημιουργικό εργαστήριο, τόπος συνάντησης και χώρος παραστάσεων για μια διεθνή κοινότητα καλλιτεχνών, ενώ προσφέρονται υποτροφίες, αναθέσεις για νέα έργα κ.α. Ο Μιχαήλ Μπαρίσνικοφ στηρίζει ξεκάθαρα τον σύγχρονο χορό με κάθε δυνατό τρόπο, ενώ στα άμεσα πλάνα του είναι και η δημιουργία ενός δικού του θεάτρου. Μέσω του Ιδρύματός του, αλλά και της πορείας του ως καλλιτέχνη – με το εύρος της γκάμας του, τη φυσική και άμεση υποκριτική του και το απαράμιλλο χορευτικό του χάρισμα, ο Μπαρίσνικοφ επηρέασε καταλυτικά την πορεία του σύγχρονου χορού. «Για μένα, να δουλεύω σημαίνει να ζω», έχει πει.
Προχτές άκουσα το volver και μου ρθαν στο μυαλό οι μέρες, που πέρασα στη Βαρκελώνη το Γενάρη με το Γιώργο. Μέρες που συνέβησαν τόσα πολλά, που σίγουρα θα αργήσουν πολύ να τις ξεχάσω και θα μου ξανάρχονται στη μνήμη με το άκουσμα ενός flamengo ή μιας καταλάνικης προφοράς. Μέρες, που όργωνα την πόλη χαξεύοντας τα κτίρια και τους δρόμους, δοκιμάζοντας τις λιχουδιές και παρατηρώντας τις συμπεριφορές των καταλανών. Nύχτες διασκέδασης και πάθους. Τους ανθρώπους που γνώρισα , τους φίλους που έκανα και τον διάχυτο ερωτισμό τους. Τις φωνές στο μουσικό διαγωνισμό και τις αυτοσχέδιες μουσικές στην Rambla.Ι will return some day Barcelona, volver...volver.
Este amor apasionado anda todo alborotado por volver. Voy camino a la locura y aunque todo me tortura, sé querer.
Nos dejamos hace tiempo pero me llegó el momento de perder. Tú tenías mucha razón; Le hago caso al corazón Y me muero por volver. Y volver volver volver a tus brazos otra vez; Llegaré hasta donde estés; Yo sé perder, yo sé perder; Quiero volver, volver, volver.
(This impassioned love goes on, compelling me to return; I'm on the road to madness and although everything tortures me, I know how to love.
We parted ways some time ago But the moment of loss arrived. You had every reason; I heed my heart And I'm dying to return.
And to return, to return, to return To your arms again I will arrive where you are I know how to lose, I can take it I want to return, return, return).
Αρχές Ιουνίου ανεβαίνει η Turandot στο Ηρώδειο με σκηνοθέτη τη Πουτσινιάνα βετεράνα ερμηνεύτρια Renata Scotto, όπου ερμηνεύει και στο παρόν κλιπ την άρια της Λιού "Tu che di gel sei cinta", μιά από τις ωραιότερες στιγμές από το κύκνειο άσμα του Giacomo Puccini.
Χτες ήταν μιά βραδυά γεμάτη Abba.H παράσταση Mamma mia.Μία πάρα πολύ καλή δουλειά με καθαρό ήχο, ατμοσφαιρικό φωτισμό, καλοδουλεμένες φωνές, άρτιες βρετανικές ερμηνείες, λιτό φωτογραφικό σκηνικό,συγχρονισμένες χορογραφίες και σεβασμός στο πρωτότυπο των τραγουδιών. Το μόνο ίσως ότι υπήρχε ένα σχετικά αδιάφορο σενάριο. Μήπως οι Abba πέρα από τις μουσικές αρετές τους στην μουσική το στίχο και τα τεχνικά,είναι ζωντανοί ακόμα γιατί ξυπνούν τη παιδική ταυτότητα του καθενός από μας?
Πολύ κουλτούρα έχει πέσει εδώ μέσα. Να μη θυμηθώ και την αγαπημένη Raffa των παιδικών μου χρόνων?που αναρωτιόμουν, πως είναι δυνατόν να μην χαλάει το μαλλί της με τόσο χτύπημα?
E λοιπόν επιτέλους αυτή η εποχή, που όλοι την κατηγορούν για περίοδο πνευματικής και καλλιτεχνικής υποβάθμισης, δίνει την δυνατότητα να παντρεύονται καλλιτέχνες και μουσικές, που απέχουν παρασάγκας και να γεννούν αριστουργήματα. Θαυμάστε την Στανίση με πόση απλότητα και λαϊκό αίσθημα ερμηνεύει την Evita Peron και όταν ειδικά στις ψηλές νότες απογειώνεται με τον γνωστό της τρόπο, που κάνει το πλήθος να παραληρεί. Ακούστε προσεκτικά πως το "σ'έχω κάνει Θεό", έχει αποκτήσει μία άλλη υπόσταση και πόσα νοήματα αποκαλύπτονται τώρα για πρώτη φορά, με γνώμονα το belcanto.